Tσάι του βουνού σε αναψυκτικό
H tuvunu –μία ελληνική εταιρεία παραγωγής φυσικών ροφημάτων- παρουσιάζει μια νέα επιχειρηματική ευκαιρία για τους ντόπιους αγρότες.
Η Nuriye Hasan Sali πρωτογνώρισε τον Δημήτρη Κρις, γενικό διευθυντή και ψυχή πίσω από το Tuvunu –μια εταιρεία παραγωγής φυσικών ροφημάτων– το 2011. Εκείνη την περίοδο, ο Δημήτρης και η ομάδα του ταξίδευαν στα ορεινά χωριά της βορειοανατολικής Ελλάδας και παρουσίαζαν μια νέα επιχειρηματική ευκαιρία για τους ντόπιους αγρότες που καλλιεργούσαν καπνά, από γενιά σε γενιά.
Τελικά, όμως, δεν επρόκειτο για κάτι καινούργιο.
Στην καρδιά αυτού του εγχειρήματος ήταν το ενδημικό φυτό με την ονομασία σιδερίτης –γνωστό και ως τσάι του βουνού– το οποίο φύεται στις ορεινές περιοχές της Ελλάδας. Για αιώνες, χρησιμοποιούνταν στην παρασκευή ενός ζεστού ροφήματος – ενός γιατροσοφιού για τα χειμωνιάτικα κρυολογήματα και τον πονόλαιμο. Ο Δημήτρης, όμως, οραματίστηκε ένα μέλλον στο οποίο οι άνθρωποι από τις αγροτικές κοινότητες της Θράκης θα καλλιεργούσαν τη γη τους για να παράγουν σιδερίτη για μια καινούργια, 100% φυσική εμφιαλωμένη εκδοχή του ροφήματος που οι γιαγιάδες αποκαλούν πανάκεια.
Η 29χρονη Nuriye, πτυχιούχος γεωπόνος του ΤΕΙ Θεσσαλίας, ήταν 25 χρονών εκείνη την εποχή, παντρεμένη και άνεργη. Ανήκει στη μικρή κοινότητα των Πομάκων, των Ελλήνων μουσουλμάνων που βρίσκονται στα ορεινά χωριά της Θράκης και οι οποίοι μέχρι το 1993 υπάγονταν σε ρατσιστικές πολιτικές που τους απαγόρευαν να φεύγουν από τα χωριά τους μετά τη δύση του ηλίου και να δέχονται επισκέψεις εκτός περιοχής χωρίς έγκριση. Οι περισσότεροι από τους άντρες της περιοχής βρίσκονται αυτήν τη στιγμή στο εξωτερικό και εργάζονται σε ναυπηγεία στη Γερμανία. Μπορείς να δεις γυναίκες με μαντίλα να οδηγούν μοτοσυκλέτες ή, όπως η Nuriye, να εργάζονται ως αγρότισσες.
«Έβαλα τους πρώτους σπόρους στο έδαφος το 2011», λέει. «Μετά απέκτησα δύο στρέμματα, αλλά τώρα έχω έξι. Τα πρώτα προϊόντα παράχθηκαν το 2012, αλλά η πρώτη καλή παραγωγή βγήκε το 2013».
Η Nuriye σημειώνει ότι στα πρώτα δύο χρόνια καλλιέργειας σιδερίτη απαιτείται τακτική καταπολέμηση ζιζανίων κι αυτό διότι οι καλλιεργητές του σιδερίτη δεν χρησιμοποιούν φυτοφάρμακα. Όμως μετά από αυτό, όπως λέει, χρειάζεται να καθαρίζει τα ζιζάνια μόνο μία φορά τον μήνα.
«Πούλησα την πρώτη μου σοδειά σιδερίτη στην Tuvunu το 2012 και έκτοτε συνεργαζόμαστε», λέει.
Η συλλογή άγριου σιδερίτη από το βουνό απαγορεύεται αυστηρά διά νόμου και η εταιρεία αρνείται να δεχτεί φυτά τα οποία δεν προέρχονται από πιστοποιημένους παραγωγούς, προκειμένου να διατηρηθεί η άγρια χλωρίδα και ο πληθυσμός του είδους. Πέρα από τα εμφανή πλεονεκτήματα της διατήρησης του τοπικού οικοσυστήματος, η συστηματική καλλιέργεια του σιδερίτη έχει τρία βασικά προτερήματα: πρώτον, μπορούν να ελεγχθούν οι συνθήκες, όπως η οξύτητα του εδάφους και ο περιορισμός της χρήσης λιπασμάτων (τα προϊόντα της Tuvunu παράγονται αποκλειστικά με βιολογικά συστατικά). Δεύτερον, το προϊόν μπορεί να πιστοποιηθεί ως βιολογικό και, τρίτον, η παραγωγή μπορεί να ρυθμιστεί με τα χωράφια σε αντίθεση με το άγριο μάζεμα κι αυτό είναι απαραίτητο για τις οικογένειες ντόπιων που ζουν από τον σιδερίτη.
Η Nuriye λέει ότι οι καλλιεργητές δεν επιβαρύνονται καθόλου με επιπρόσθετες δαπάνες, και σχεδόν κάθε τμήμα του φυτού πωλείται στην εταιρεία. Είναι σημαντική πηγή εισοδήματος σε πολύ δύσκολους καιρούς, τώρα που η ανεργία έχει χτυπήσει αριθμούς ρεκόρ σε όλη την Ελλάδα. «Στο χωριό μου περίπου 40-50 γυναίκες εργάζονται σήμερα καλλιεργώντας σιδερίτη», λέει, «ενώ πολλοί άντρες, ή τουλάχιστον αυτοί που έχουν μείνει εδώ, έχουν εκφράσει επίσης ενδιαφέρον να γίνουν και οι ίδιοι καλλιεργητές».
Η Nuriye πέρασε από την ανεργία στο να είναι η ίδια εργοδότρια, καθώς συχνά προσλαμβάνει άντρες για να σκαλίσουν τα χωράφια της. Δηλώνει ότι η καλλιέργεια σιδερίτη ουσιαστικά την έχει κάνει οικονομικά ανεξάρτητη και ότι είναι μια απίστευτη ευκαιρία για γυναίκες όπως η ίδια, οι οποίες μέχρι πρότινος θεωρούνταν ότι έπρεπε να μένουν σπίτι στις πατριαρχικές κοινωνίες τους.
Ο Δημήτρης προσθέτει –λίγο πιο προσγειωμένα– ότι μια μέρα όλα τα βουνά της Θράκης θα είναι γεμάτα με χωράφια σιδερίτη. «Είναι ο καλύτερος τρόπος για να επιστρέψει η ζωή στα βουνά της βορειοανατολικής Ελλάδας. Αυτή είναι η πραγματική Ελλάδα – πανέμορφα τοπία, ανεπιτήδευτοι άνθρωποι και μια γιορτή των αισθήσεων».
Όπως λέει ο Δημήτρης: «Η Ελλάδα είναι σαν τον ήλιο. Είναι αιώνια».
Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο του Vice εδώ