Τέταρτη Οδηγία Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες

Τέταρτη Οδηγία Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες

To ξέπλυμα χρήματος, είναι η διαδικασία με την οποία το «βρώμικο χρήμα» μετατρέπεται σε «καθαρό».

Τέταρτη Οδηγία Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες

Είναι γεγονός ότι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αποτελεί κίνδυνο τον οποίο αντιμετωπίζουν πράγματι οι οργανισμοί και δεν είναι απλώς μια άσκηση συμμόρφωσης. Ενδεικτικό της πιο πάνω δήλωσης είναι το πόσες φορές αναφέρεται η λέξη «κίνδυνος» στο κείμενο της Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) 2015/849 (4AMLD), γεγονός που καταδεικνύει τη σημασία που έχει για τις υπόχρεες οντότητες να προβαίνουν σε επαρκή εντοπισμό, αξιολόγηση και διαχείριση του εν λόγω κινδύνου.

Η 4AMLD τέθηκε σε ισχύ στις 26 Ιουνίου 2017 και έχει σχεδιαστεί με σκοπό την ενδυνάμωση της άμυνας της Ε.Ε. ενάντια στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ενώ παράλληλα εξασφαλίζει ότι το νομοθετικό πλαίσιο της Ε.Ε. είναι εναρμονισμένο με τα διεθνή πρότυπα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (AML) και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (CFT) που εξέδωσε η Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF). Επιπρόσθετα, η 4AMLD συμβάλει στην οικονομική σταθερότητα αφού προστατεύει την αξιοπιστία, την ακεραιότητα και την εύρυθμη λειτουργία του οικονομικού συστήματος.

Πιο κάτω αναφέρονται συνοπτικά ορισμένες από τις σημαντικές αλλαγές που δημιούργησε η 4AMLD σε αντιδιαστολή με το τι προέβλεπε η προϋπάρχουσα 3AMLD: -Διευρυμένο πεδίο εφαρμογής: Η 4AMLD διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής που ίσχυε βάσει της 3AMLD με ποικίλους τρόπους, όπως για παράδειγμα το ότι συμπεριλαμβάνει όλα τα πρόσωπα που ασχολούνται με το εμπόριο και οι πληρωμές που λαμβάνουν σε μετρητά ανέρχονται στις 10000 ευρώ και πάνω. Επίσης, τα φορολογικά εγκλήματα έχουν προστεθεί ως κύρια αδικήματα. -Πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα (PEPs): Η 4AMLD διεύρυνε επίσης τις κατηγορίες των ατόμων που περιλαμβάνονται στον ορισμό του PEP. -Προσέγγιση βάσει κινδύνου: Η 4AMLD τοποθετεί την προσέγγιση βάσει κινδύνου στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού AML/CFT συστήματος. Επίσης αναγνωρίζει ότι ο κίνδυνος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας μπορεί να διαφέρει και ότι τα κράτη-μέλη, οι αρμόδιες αρχές και οι υπόχρεες οντότητες θα πρέπει να λάβουν μέτρα για την αναγνώριση, αξιολόγηση και διαχείριση του κινδύνου. -Δέουσα Επιμέλεια για τον Πελάτη (CDD): Η 4AMLD επιβάλλει πιο αυστηρούς κανόνες για την Απλοποιημένη Δέουσα Επιμέλεια (SDD) και δεν επιτρέπει οποιεσδήποτε αποκλίσεις από αυτούς. Επιπλέον, το πότε και το πώς θα ακολουθείται η SDD, θα πρέπει να δικαιολογείται στη βάση του κινδύνου σε συνάφεια με την προσέγγιση βάσει κινδύνου. Η 4AMLD επίσης, ενισχύει τις απαιτήσεις της Διακεκριμένης Δέουσας Επιμέλειας (EDD), έτσι ώστε να καλύπτουν τα εγχώρια PEPs.

Εν τούτοις, η 4AMLD δεν καθορίζει λεπτομερώς το πώς οι υπόχρεες οντότητες και οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αξιολογούν τον κίνδυνο αναφορικά με τις επιχειρηματικές σχέσεις ή συναλλαγές, ούτε το ποια είναι τα ακριβή μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή της SDD και της EDD. Τα άρθρα 17 και 18(4) της 4AMLD προβλέπουν ότι η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (ESA) θα εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές με σκοπό την υποστήριξη των πιστωτικών και οικονομικών οργανισμών αλλά και των αρμόδιων αρχών κατά την αξιολόγηση της καταλληλόλητας των απλουστευμένων και διακεκριμένων μέτρων δέουσας επιμέλειας που υιοθετήθηκαν από αυτούς τους οργανισμούς. Ενώ οι Κατευθυντήριες Γραμμές δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, οι εθνικές αρμόδιες αρχές και τα πιστωτικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καλούνται να συμμορφώνονται με αυτές και σε περίπτωση που δε συμμορφώνονται να εξηγούν τους λόγους της μη συμμόρφωσης («comply or explain» principle).

-Ισοδυναμία με τρίτες χώρες: Η 4AMLD άλλαξε το επίκεντρο του καθεστώτος ισοδυναμίας τρίτης χώρας όπως ίσχυε με την 3AMLD, δίνοντας έμφαση σε μη ισοδύναμες, υψηλού κινδύνου δικαιοδοσίες. -Πληροφορίες για τον πραγματικό δικαιούχο: Βάσει της 4AMLD, οι επιχειρήσεις και άλλες νομικές οντότητες που είναι εγκατεστημένες σε κράτη-μέλη, υποχρεούνται να λαμβάνουν και να διατηρούν επαρκείς και ενημερωμένες πληροφορίες για την πραγματική κυριότητα, συμπεριλαμβανομένου λεπτομερειών σχετικά με τα συμφέροντα που υπάρχουν (beneficial interests) (Άρθρο 30(1), 4AMLD). Κάθε κράτος-μέλος πρέπει να είναι σε θέση να επιβεβαιώσει ότι όλες οι πιο πάνω πληροφορίες αναφορικά με την πραγματική κυριότητα διατηρούνται σε ένα κεντρικό αρχείο. Το εν λόγω κεντρικό αρχείο για την Κύπρο θα διατηρείται από το Τμήμα Έφορου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Οι πληροφορίες που θα βρίσκονται στο κεντρικό αρχείο θα πρέπει να είναι επαρκείς, ακριβείς και πρόσφατες (Άρθρο 30(4), 4AMLD) και επίσης θα πρέπει να είναι προσβάσιμες, σε κάθε περίπτωση, ως ακολούθως: (α) στις αρμόδιες αρχές και στους ΜΧΠ (FIUs), έγκαιρα και χωρίς να ειδοποιούν την οντότητα που αφορά (β) στα γραφεία, σε εύλογο χρόνο, όταν προβαίνουν σε CDD. Να σημειωθεί ότι τα γραφεία αναμένεται ότι δε θα βασίζονται αποκλειστικά στο κεντρικό αρχείο για να ικανοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους για CDD, καθώς θα ακολουθείται προσέγγιση βάσει κινδύνου. (γ) σε οποιοδήποτε άτομο ή οργανισμό που μπορεί να δικαιολογήσει ότι έχει νόμιμο συμφέρον (ο όρος «νόμιμο συμφέρον» δεν ορίζεται στην 4AMLD) σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, χρηματοδότηση τρομοκρατίας και άλλα συναφή αδικήματα.

Η πρόνοια για τη δημιουργία του κεντρικού αρχείου σε κάθε κράτος-μέλος ίσως είναι η σημαντικότερη τροποποίηση που έφερε η 4AMLD. Νοείται ότι μια τόσο μεγάλη αλλαγή, δε θα μπορούσε να μην αφήνει περιθώρια για εξαίρεση. Στο άρθρο 30(9) της 4AMLD, προβλέπεται ότι τα κράτη-μέλη μπορούν να απαγορεύουν την πρόσβαση σε ότι αφορά τα σημεία β και γ ανωτέρω, «σε όλες ή σε μέρος των πληροφοριών που αφορούν την πραγματική ιδιοκτησία, κατά περίπτωση σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπου τέτοια πρόσβαση θα άφηνε εκτεθειμένο τον πραγματικό δικαιούχο σε κίνδυνο απάτης, απαγωγής, εκβιασμού, βίας ή εκφοβισμού ή όπου ο πραγματικός δικαιούχος είναι ανήλικος ή ανίκανος». Παρόλο που τα πιστωτικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, οι συμβολαιογράφοι και άλλοι ανεξάρτητοι νομικοί εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της ανωτέρω εξαίρεσης, αναμένεται να διαφανεί εάν το γεγονός ότι υπάρχει πρόβλεψη για εξαίρεση, θα μπορούσε ενδεχομένως να εξαφανίσει εν όλω ή εν μέρει το σκοπό της δημιουργίας του κεντρικού αρχείου.

Ανδρέας Γρηγοριάδης, Principal, KPMG Limited, τηλ. 22209000, ηλεκ.διευθ.andreasgregoriades@kpmg.com.

Loader