Η σκηνοθέτιδα Αύρα Σιδηροπούλου του έργου «Ανάθεση» μιλά για το δυστοπικό σύμπαν της παράστασης και τη σχέση τέχνης κι εξουσίας

Η σκηνοθέτιδα Αύρα Σιδηροπούλου του έργου «Ανάθεση» μιλά για το δυστοπικό σύμπαν της παράστασης και τη σχέση τέχνης κι εξουσίας

Όλα όσα είπε αποκλειστικά στην Avant Garde

Σ’ έναν κόσμο όπου η εξουσία επιχειρεί να ελέγξει ακόμη και την καλλιτεχνική δημιουργία, η θεατρική σκηνή μετατρέπεται σε πεδίο αντίστασης και αναζήτησης νοήματος.

Η νέα παράσταση «Ανάθεση» της Ευρυδίκης Περικλέους-Παπαδοπούλου, που παρουσιάζεται στην Πειραματική Σκηνή του ΘΟΚ, γεννήθηκε μέσα από ένα εργαστήρι θεατρικής γραφής και συνεργασίας δημιουργών, θέτοντας στο επίκεντρο τη σχέση τέχνης και εξουσίας σ’ ένα δυστοπικό, φουτουριστικό σύμπαν.

Με αφορμή λοιπόν την παράσταση, μιλήσαμε με τη σκηνοθέτιδα Αύρα Σιδηροπούλου για τη διαδικασία γέννησης του έργου, τη συλλογική δημιουργία που διαμόρφωσε τον σκηνικό του κόσμο και τις προκλήσεις της μεταφοράς ενός πυκνού, ποιητικού κειμένου στη σκηνή. 

Παράλληλα, αναφέρεται στον ρόλο της μουσικής, της κίνησης και της εικόνας στη δραματουργία της παράστασης, αλλά και στο πώς το θέατρο μπορεί να δημιουργεί εμπειρίες που ξεπερνούν την απλή αφήγηση. Μέσα από τη συζήτηση αναδεικνύεται κι ένα φιλοσοφικό ερώτημα: Mπορεί η τέχνη να παραμείνει πραγματικά ελεύθερη μέσα σε συστήματα ελέγχου και επιβολής;

Διαβάστε όλα όσα συζητήσαμε: 

Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε αρχικά στην ιδέα της «Ανάθεσης» και σας οδήγησε να την σκηνοθετήσετε;

Η ιδέα γεννήθηκε μέσα από εργαστήρι του ΘΟΚ τον περασμένο Ιούλιο, όπου που μαζί με τις σκηνοθέτιδες Εβίτα Ιωάννου και Μαγδαλένα Ζήρα,, τις συγγραφείς  Ευρυδίκη Περικλέους και Στέλλα Βοσκαρίδου και μία υπέροχη ομάδα ηθοποιών, εντρυφήσαμε στο σύμπαν της σύγχρονης θεατρικής γραφής και της έννοιας της καλλιτεχνικής δημιουργίας σε καιρούς κρίσεων. Η ιδέα για το συγκεκριμένο έργο διαμορφώθηκε σταδιακά, καθρεφτίζοντας τη συνθήκη μέσα στην οποία κληθήκαμε να δημιουργήσουμε ένα νέο έργο τέχνης, δηλαδή ένα καινούργιο θεατρικό έργο, που θα επανασύστηνε την Πειραματική σκηνή του ΘΟΚ στο κυπριακό κοινό. Ο τίτλος "Η Ανάθεση" προέκυψε ως μία παιγνιώδης αντίδραση στη συνθήκη αυτή. 

Η παράσταση τοποθετείται σ’ ένα φουτουριστικό δυστοπικό σύμπαν. Πώς γεννήθηκε αυτός ο κόσμος στη σκηνοθετική σας προσέγγιση;

Εξαρχής ήθελα να δημιουργήσω την αίσθηση ενός συμπαγούς, αυτόνομου κόσμου, που λειτουργεί με τους δικούς του όρους. Στις μέρες μας, με την τεχνητή νοημοσύνη να προκαλεί δέος τόσο με τις δυνατότητες όσο και με τη δύναμή της, αρχίζει να διαφαίνεται πλέον ως πλέον πιθανό το ενδεχόμενο η εξουσία να ελέγχεται μέσα από μία βασικά μηχανοποιημένη συνείδηση. Αυτό είναι το σύμπαν του έργου –μία προβολή σε ένα όχι τόσο μακρινό μέλλον, όπου το συναίσθημα τιμωρείται και όπου η ομοιομορφία, όπως μας λέει η συγγραφέας, «φέρνει πιο κοντά την ανθρωπότητα. Ξεφορτώνει ταυτότητα, τόπο καταγωγής, γενεαλογικά δέντρα, και ό,τι άχρηστο και ενοχλητικό σε βαραίνει.» 

Η εξουσία εμφανίζεται να ελέγχει κάθε πτυχή της ύπαρξης. Πόσο επίκαιρο θεωρείτε αυτό το θέμα σήμερα;

Εξαιρετικά επίκαιρο αλλά και παντοτινά σχετικό. Η εξουσία, ανέκαθεν, ανασφαλής, ζητούσε πάντα την κατάργηση της προσωπικής φωνής, της «άλλης» αντίληψης, της αυτόνομης σκέψης, τιμωρώντας οτιδήποτε παρεκκλίνει από το καθορισμένο μέγεθος. Η κραυγή του ποιητή στην Ανάθεση είναι η αντίσταση στη χειραγώγηση στα «παζάρια, στα ζάρια των εμπόρων.» Πράγματι, διατελούμε διαρκώς «εκτεθειμένοι στα σαλόνια της ασημαντότητας». Το έργο μας υπενθυμίζει ότι ακόμα και το πιο σάπιο σύστημα γνωρίζει πώς να αυτοσυντηρείται, επανακαθορίζοντας, με όποιον τρόπο μπορεί, τα χιλιάδες πρόσωπα της εντέλει αποκρουστικής του σαγήνης. 

Πώς συνεργαστήκατε με τους υπόλοιπους δημιουργούς της παράστασης για να διαμορφωθεί αυτός ο κόσμος;

Παρόλο που ο δρόμος προς την πραγμάτωση αυτής της παράστασης υπήρξε δύσβατος, καθώς το εγχείρημα συνεργασίας θεατρικού συγγραφέα-σκηνοθέτη για την παραγωγή ενός νέου κειμένου  ήταν φιλόδοξο, μέσα από την ίδια τη δυσκολία, η συνεργασία ωρίμασε σε κάτι εξαιρετικά ουσιαστικό, το απόλυτο μοίρασμα του καλλιτεχνικού οράματος και της αισθητικής φιλοσοφίας της παράστασης. Με την Ευρυδίκη Περικλέους-Παπαδοπούλου συμπορευτήκαμε με μία σπάνια εμπιστοσύνη η μία προς τον ρόλο της άλλης. Της χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη για τη γενναιοδωρία και τη γενναιότητα με την οποία αντιμετώπισε τη συνεργασία μας. Οι ηθοποιοί κολύμπησαν και αυτοί στα πολύ βαθιά νερά της σκηνικής εμβύθισης σε ένα νέο και απαιτητικό υλικό. Παλέψαμε μαζί. Δεν έχω λόγια για τη συνεισφορά των υπόλοιπων καλλιτεχνικών συντελεστών, συντονιστήκαμε σε μία κοινή γραμμή –ο καθένας από τη δική του θέση.

Τι ρόλο παίζουν η μουσική, η κίνηση κι οι βιντεοπροβολές στη δραματουργία της παράστασης;

Και οι τρεις αυτές παραστασιακές συνιστώσες ορίζουν δραματουργία –χτίζουν μία ιδιαίτερη σκηνική κειμενικότητα, σε απόλυτη αρμονία η μία με την άλλη. Η μουσική σύνθεση του μόνιμου μου συνεργάτη μου υπερταλαντούχου Βάνια Απέργη, δεν χτίζει απλώς ατμόσφαιρα, ορίζει τον χώρο και τον χρόνο αυτού του παράλογου σύμπαντος, ενισχύει αισθήσεις και αισθήματα, προοικονομεί γεγονότα. Το ίδιο και οι βιντεοπροβολές της Άρτεμης Ευλογημένου—δεν είναι απλές εικόνες, ζωντανεύουν μνήμη και συναίσθημα. Μουσική και βίντεο είναι σε διαρκή διάλογο με την κίνηση της Ήβης Χατζηβασιλείου, η οποία ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό, το φορμαλιστικό και το υπερβατικό.

Οι χαρακτήρες βιώνουν έντονα και αντικρουόμενα συναισθήματα. Πώς δουλέψατε με τους ηθοποιούς γι’ να αποδοθούν αυτές οι εσωτερικές συγκρούσεις;

Ήταν μια πολύ έντονη διαδικασία. Οι τρεις πρώτες εβδομάδες των δοκιμών ήταν αφιερωμένες εξ ολοκλήρου στο κείμενο. Σε πολλές από τις πρόβες ήταν παρούσα η ίδια η συγγραφέας. Η μεγαλύτερη δυσκολία εδράζεται στην ποιητική γραφή αλλά και την κινηματογραφική πλοκή του έργου. Η ελλειπτική γλώσσα απαιτεί ιδιαίτερη δραματουργική επεξεργασία, για να βρεθεί το τι λέγεται από κάτω, τι παραμένει αόρατο και πώς ο κάθε ρόλος ζωντανεύει ακριβώς μέσα από τις αντιφάσεις του. Σε ένα κείμενο τέτοιας δραματουργικής συμπύκνωσης, όπου το κάθε δραματικό γεγονός αιωρείται μεταξύ πραγματικότητας και αλληγορίας, πολλές από τις προθέσεις των χαρακτήρων έπρεπε να αναζητηθούν με μεγάλο κόπο τόσο από τους ηθοποιούς όσο και τη σκηνοθέτη.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη σκηνική απόδοση αυτού του κόσμου;

Το έργο είναι γραμμένο «κινηματογραφικά». Η δράση τοποθετείται σε ένα απομακρυσμένο νησί στη μέση ενός επικίνδυνου «πουθενά», ενώ η πλοκή της ιστορίας περιλαμβάνει πολλές σκηνικές μετατοπίσεις στον χώρο αλλά και τον χρόνο. Υπάρχουν τόποι αληθινοί, φανταστικοί, καταπακτές, κελιά, απαγορευμένα γραφεία, επικίνδυνες γεωγραφικές ζώνες, κλπ. Επιπλέον, ο ρυθμός της δράσης είναι ιδιαίτερα γρήγορος και η πληροφορία που επικοινωνείται στον θεατή συμπτυγμένη. Ο μόνος σκηνοθετικός δρόμος που θεώρησα ότι μπορούσε να μας οδηγήσει κάπου ήταν η σκηνική (σκηνογραφική, κινησιολογική, μουσική) αφαίρεση και η δραματουργία των μοτίβων, των σκηνικών επαναλήψεων που δημιουργούν έμφαση και δομούν τη δράση.

Υπήρξαν στιγμές στη διαδικασία των προβών που άλλαξαν τη σκηνοθετική σας οπτική για το έργο;

Υπήρξαν, όπως υπάρχουν πάντα σε κάθε σκηνοθετική διαδικασία, στιγμές όπου η συνεργασία με τους ηθοποιούς άνοιγε ένα παράθυρο στη μπλοκαρισμένη μου σκέψη. Στιγμές που ένας αυτοσχεδιασμός με βοήθησε να κατανοήσω μία πλευρά της ιστορίας ή του χαρακτήρα που δεν είχα αντιληφθεί. Αλλά γενικά παρέμεινα μάλλον πιστή στην αρχική σκηνοθετική γραμμή της αφαίρεσης γιατί τόσο οι καλλιτεχνικές μου καταβολές όσο και το ένστικτό μου για το συγκεκριμένο έργο με οδηγούσαν σε αυτή.

Η παράσταση φαίνεται να καλεί το θεατή να βιώσει μια εμπειρία και όχι απλώς να παρακολουθήσει μια ιστορία. Πώς το επιδιώκετε αυτό σκηνοθετικά;

Με μία σκηνική φιλοσοφία πέρα από τη λογική του ρεαλισμού. Πάντα με τραβούσε το υπερβατικό, η σχεδόν μεταφυσική σχέση του θεατή με την παράσταση, όταν ο χρόνος διαστέλλεται και τα όρια μεταξύ ψευδαίσθησης και πραγματικότητας καταργούνται. Μια γερή θεατρική εμπειρία συνήθως αφήνει τη σκέψη στην άκρη, βιώνεται με το στομάχι, με τους παλμούς της καρδιάς. Σε αυτόν τον στόχο, πρωταρχική επιδίωξη είναι η σκηνική συνέπεια, καθώς τίποτα που τοποθετείται στη σκηνή δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Όταν η πραγματικότητα που φτιάχνεις είναι συμπαγής, όσο παράλογοι κι αν είναι οι κανόνες της, τότε το κοινό συνήθως παρασύρεται στην εμπειρία, χωρίς να βασανίζεται από τους δισταγμούς της διανοητικής πρόσληψης.

Ποια ήταν η αρχική αφορμή για να δημιουργηθεί αυτό το έργο;

Το κάλεσμα του ΘΟΚ για τη διεξαγωγή ενός εργαστηρίου που θα λειτουργούσε με κύριο άξονα τον πειραματισμό και απώτερο στόχο τη δημιουργία θεατρικών κειμένων που θα προέκυπταν μέσα από μία στενή συνεργασία θεατρικού συγγραφέα-σκηνοθέτη. 

Η σχέση πολιτικής και τέχνης αποτελεί συχνά αντικείμενο έντονων συζητήσεων. Θεωρείτε ότι η τέχνη μπορεί να υπάρξει πραγματικά έξω από το πολιτικό πλαίσιο της εποχής της;

Δύσκολα η τέχνη μπορεί να υπάρξει πραγματικά έξω από το πολιτικό πλαίσιο της εποχής της, ακόμη κι όταν δεν τοποθετείται άμεσα ή συνειδητά πάνω σε πολιτικά ζητήματα. Η ίδια η πράξη της δημιουργίας είναι πάντα ενταγμένη σε ένα κοινωνικό και ιστορικό περιβάλλον, το οποίο διαμορφώνει τις αγωνίες, τα ερωτήματα και τις ευαισθησίες του καλλιτέχνη. Στο Ανάθεση, αυτή η σχέση αναδεικνύεται μέσα από μια αλληγορική συνθήκη όπου η εξουσία επιχειρεί να καθορίσει τον ρόλο και την αποστολή της τέχνης. Το έργο θέτει το ερώτημα κατά πόσο ο καλλιτέχνης μπορεί να διατηρήσει την αυτονομία του μέσα σε ένα σύστημα ελέγχου και επιβολής. Με αυτή την έννοια, η τέχνη γίνεται ένας χώρος όπου η πολιτική διάσταση δεν εμφανίζεται μόνο ως θέμα, αλλά ως βαθύτερη υπαρξιακή σύγκρουση: ανάμεσα στην εξουσία και την ελευθερία, στο δημιουργό και στις δυνάμεις που επιχειρούν να ορίσουν το έργο του.

Τελικά, ίσως η τέχνη να μην μπορεί να υπάρξει εκτός πολιτικού πλαισίου — μπορεί όμως να το αμφισβητεί, να το ανατρέπει και να ανοίγει χώρους σκέψης πέρα από αυτό.

Μετά την «Ανάθεση», υπάρχουν ήδη σχέδια ή κάποια νέα καλλιτεχνική δουλειά που ετοιμάζετε και θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;

Υπάρχουν διάφορες σκέψεις για μελλοντικές συνεργασίες, καθώς επίσης και προγραμματισμένα θεατρικά εργαστήρια που θα πραγματοποιήσω στο εξωτερικό. Στους επόμενους μήνες, απόλυτη προτεραιότητα είναι να ολοκληρώσω το νέο βιβλίο μου για την έννοια της «δυσκολίας» στη σκηνοθετική διαδικασία –σίγουρα έχω αρκετό υλικό να αντλήσω από τη δουλειά μας στην Ανάθεση! Και φυσικά στο πίσω μέρος του μυαλού μου πάντα υπάρχει ο Σαίξπηρ και κάποια συγκεκριμένα έργα του που θα με ενδιέφερε ιδιαίτερα να «επισκεφτώ» σκηνοθετικά.

Λίγα λόγια για τη σκηνοθέτιδα: 

Η Αύρα Σιδηροπούλου είναι Καθηγήτρια Θεάτρου και Κοσμήτορας της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Είναι κάτοχος Διδακτορικού στις Θεατρικές Σπουδές από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και μεταπτυχιακών τίτλων στη σκηνοθεσία θεάτρου (MFA, Columbia University), στην Αμερικανική Λογοτεχνία (M.Phil., Cambridge University) και στις Σπουδές Κειμένου και Παράστασης (MA, King’s College London/RADA).

Έχει σκηνοθετήσει έργα σε θέατρα και φεστιβάλ στην Κύπρο και το εξωτερικό, ενώ έχει διατελέσει επισκέπτρια ερευνήτρια σε πανεπιστήμια όπως τα Columbia, CUNY, Freie Berlin, MIT, Surrey, Leeds και Queen Mary. Είναι εκλεγμένο μέλος της εκτελεστικής επιτροπής της European Association for the Study of Theatre and Performance (EASTAP).

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την παράσταση και το πρόγραμμα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Loader