Open House Festival: Η καλλιτεχνική διευθύντρια, Μαρίνα Κακουλλή, μιλά στην AG
Όλα όσα μοιράστηκε μαζί μας
Το 16ο Open House Festival ξεδιπλώνεται σε σκηνές, δρόμους, παραλίες και πάρκα, παρουσιάζοντας εγχώριες και διεθνείς παραγωγές. Με αφορμή λοιπόν το φεστιβάλ, είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε με τη γενική και καλλιτεχνική διευθύντρια, Μαρίνα Κακουλλή. Διαβάστε όλα όσα μας είπε.
Tο Open House Festival φέτος έχει στο επίκεντρο το σώμα, τα τοπία και τις ιστορίες τους ως εργαλεία τέχνης, αντίστασης και σύνδεσης. Πώς διαμορφώθηκε αυτή η θεματική και τι σημαίνει για εσάς προσωπικά;
Η τέχνη - ή τουλάχιστον ο τρόπος που την αντιλαμβανόμαστε εμείς, και ειδικότερα η σύγχρονη χορογραφία - είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγεται. Έχοντας υπόψη την αστάθεια της εποχής μας, της περιοχής μας, αλλά και της ίδιας της πόλης της Λεμεσού, θεωρώ τις έννοιες της αντίστασης και της σύνδεσης κομβικές για τον παρόντα χρόνο. Και ποιος είναι καταλληλότερος τρόπος να αντισταθείς, από το ίδιο το σώμα και τις ιστορίες που παράγουν οι άνθρωποι και τα τοπία; Για μένα προσωπικά, όπως και για πολλούς ανθρώπους του πολιτισμού, η στιγμή αυτή είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Καλούμαστε να παράγουμε σύγχρονο πολιτισμό και να τον παρουσιάσουμε σε μια εποχή όπου βασικές ανθρώπινες αξίες έχουν χαθεί. Η τέχνη συχνά θεωρείται πολυτέλεια. Αυτό που μου δίνει κίνητρο ώστε να μην θεωρήσω τη δουλειά μας άσχετη με τα τεκταινόμενα και, κατ’ επέκταση, ασήμαντη, είναι η δημιουργία συνθηκών που εγείρουν ερωτήματα, προωθούν τον διάλογο και ενισχύουν τη σύνδεση, ενώ παράλληλα δίνουν χώρο σε αφηγήματα περιθωριοποιημένα. Αυτά τα αφηγήματα και αυτές τις ιστορίες θέλω να φέρω στην επιφάνεια: ως σύμβολα αντίστασης, ως έναν τρόπο να απαντούμε στο ερώτημα «πώς βλέπουμε ακόμα σύγχρονο χορό σήμερα».
Το φεστιβάλ απλώνεται σε θέατρα, πάρκα, δρόμους, ακόμα και στην παραλία. Γιατί επιλέξατε να ξεδιπλωθεί σε τόσο διαφορετικούς χώρους και πώς αυτοί «συνομιλούν» με τις παραστάσεις;
Η πόλη της Λεμεσού αλλάζει ραγδαία, με τους περισσότερους πολίτες να αδυνατούν να την ακολουθήσουν. Τίποτα δεν είναι δεδομένο: ένα πάρκο, μια παραλία, ένας χώρος στάθμευσης ή ένα διατηρητέο κτίριο που βλέπεις σήμερα, αύριο μπορεί να μην υπάρχει ή να μην είναι πια προσβάσιμο. Έχω την προσωπική ανάγκη οι πολίτες να αρχίσουν να απολαμβάνουν την πόλη τους με διαφορετικούς τρόπους· και μέσα από την απόλαυση να την διεκδικούν, να γνωρίζουν τις ορατές και αθέατες ιστορίες της, να την αγαπήσουν και να την προστατεύσουν.Γι’ αυτό το λόγο επιλέχθηκαν δράσεις διαφορετικής φύσης, που απαντούν σε ερωτήματα και προκλήσεις της σύγχρονης Λεμεσού. Το Light Points των Τζούλιας Γεωργιάδου, Βασίλη Πετεινάρη και Σεβίνας Φλωρίδου φωτίζει σημαντικά σημεία της ιστορίας της πόλης, εστιάζοντας στον λεγόμενο Τουρκομαχαλλά της περιοχής Αγίου Αντωνίου. Ανάμεσα σε άλλα, φέρνει στο φως μαρτυρίες για τον ποταμό Γαρύλλη, για την αλληλεγγύη και την κοινότητα, μέσα από εικαστικές παρεμβάσεις και αφηγήσεις. Το slips way from you των Πέτρου Κονναρή και Μπελίντας Παπαβασιλείου μας καλεί να αφιερώσουμε χρόνο στον ορίζοντα, στην παραλία, στη θάλασσα, στη σχέση των σωμάτων μας με την πόλη και τα όντα της. Η Ελευθερία Σωκράτους με την ομάδα της μελετά πώς το περπάτημα μπορεί να συνδεθεί με τις έννοιες της αγάπης, καλώντας το κοινό σε απρόσμενους περιπάτους που καταλήγουν σε μανιφέστο. Η Μαρία Παπαγεωργίου εξετάζει την έννοια του πένθους σε κοινή θέα, προσκαλώντας μας να αναλογιστούμε όσα έχουμε χάσει και όσα πενθούμε, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Φυσικά, αξίζει να σημειωθεί ότι το άνοιγμα στην πόλη προκύπτει και από ανάγκη. Η Λεμεσός υστερεί σε πολιτιστικές υποδομές· επομένως, αν θέλεις πραγματικά να οργανώσεις ένα πολυήμερο φεστιβάλ παραστατικών τεχνών, ο δημόσιος χώρος είναι μονόδρομος. Ευχή και κατάρα ταυτόχρονα. Τέλος, θέλω να ευχαριστήσω βαθιά όλους τους πολιτιστικούς χώρους που, με πείσμα, συνεχίζουν να προσφέρουν και να φιλοξενούν τις παραστάσεις μας. Η συνεργασία τους είναι κομβική για να μπορούμε να συνεχίζουμε να υπάρχουμε.
Πώς θα περιγράφατε τη φετινή ταυτότητα του φεστιβάλ σε τρεις λέξεις;
Αναπολογητική, ειλικρινή και εξωστρεφή.
Φιλοξενείτε καλλιτέχνες από Κύπρο, Ευρώπη και Μέση Ανατολή. Πώς γίνεται η επιλογή των έργων και τι κριτήρια σας καθοδηγούν;
Επιμελούμαι με λογική, ένστικτο και συναίσθημα ταυτόχρονα. Σίγουρα, στόχος του φεστιβάλ είναι η προώθηση αλλά και η ενίσχυση της εγχώριας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Πολλές φορές επιλέγω έργα που θεωρώ ότι προσθέτουν νέες οπτικές σε συζητήσεις που έχουν ήδη ξεκινήσει ή, ακόμα καλύτερα, που ανοίγουν καινούργιες θεματικές στη δημόσια σφαίρα. Έργα που προτείνουν ερωτήσεις και όχι που δίνουν απαντήσεις. Άλλες φορές επιλέγω έργα με βάση την καλλιτεχνική τους πρακτική· τι πιστεύω ότι θα εμπνεύσει τους εγχώριους καλλιτέχνες, τι θα τους ανοίξει νέες δημιουργικές πόρτες. Κάθε φορά προσπαθώ να αφουγκράζομαι τι χρειάζεται η κοινότητα, τι θέλει να εκφράσει και με ποιον τρόπο μπορώ να συνεισφέρω από τη θέση μου. Όσον αφορά τις παραγωγές από το εξωτερικό, η Στέγη Χορού Λεμεσού είναι πολύ καλά δικτυωμένη με την ευρωπαϊκή σκηνή. Τα τελευταία όμως χρόνια νιώθω έντονα την ανάγκη να συνδεθούμε καλλιτεχνικά με την περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Μεσογείου· τη δική μας περιοχή. Να βρούμε τα κοινά σημεία και τις αποκλίσεις μας, να τα μετατρέψουμε σε τροφή για δημιουργία και κριτική. Να συνυπάρξουμε και να ανταλλάξουμε. Να ανακαλύψουμε το κοινό ταπεραμέντο και τη γέφυρα ανάμεσα στις πολύπλοκες ταυτότητές μας
Υπάρχουν παραστάσεις που εσείς θεωρείτε «σταθμούς» στο φετινό πρόγραμμα; Αν ναι, ποιες και γιατί;
Δεν πιστεύω σε μεγάλα ονόματα ούτε σε «παραστάσεις-σταθμούς». Θεωρώ ότι κάθε θεατής συνδέεται με διαφορετικό τρόπο με κάθε έργο· για τον καθένα, «σταθμός» μπορεί να είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Για μένα προσωπικά, μια τέτοια εμπειρία υπήρξε μια μικρή πειραματική παράσταση, μπροστά σε μόλις σαράντα άτομα, σε ένα υπόγειο της Θεσσαλονίκης. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ο πραγματικός «σταθμός» σε ένα φεστιβάλ σαν το δικό μας δεν είναι μια μεμονωμένη παραγωγή, αλλά η περιέργεια που γεννιέται μέσα στον θεατή· η διάθεση να δοκιμάσει, να αμφισβητήσει, να απορρίψει ή τελικά να συνδεθεί βαθιά με αυτό που βλέπει.
Η performance Necropolis του Arkadi Zaides πραγματεύεται μια ιδιαίτερα σκληρή πραγματικότητα, τον θάνατο προσφύγων και μεταναστών. Πώς αποφασίσατε να εντάξετε ένα τόσο πολιτικά φορτισμένο έργο;
Πιστεύω ότι το συγκεκριμένο έργο θα συγκινήσει βαθιά, γιατί δεν ασχολείται με τους ζωντανούς, αλλά με την έννοια της αξιοπρέπειας μετά θάνατον – κάτι που σπάνια σκεφτόμαστε. Όταν πρωτοείδα το Necropolis, αυτό ήταν που με συγκλόνισε. Όντας ιδιαίτερα ευαίσθητη σε ζητήματα μετανάστευσης και προσφυγιάς, συνειδητοποίησα με δέος ότι ποτέ δεν είχα αναρωτηθεί πώς διαχειριζόμαστε τα σώματα που καταλήγουν νεκρά στην επικράτειά μας· ένα φαινόμενο που κάθε άλλο παρά σπάνιο είναι, αν λάβουμε υπόψη τη γεωγραφική θέση της Κύπρου. Το έργο στηρίζεται σε επιτόπια έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε από τον καλλιτέχνη σε συνεργασία με την Ελεάνα Χαραλάμπους, project manager της Στέγης. Η έρευνα αυτή κατέστη εφικτή χάρη στην ανθρωπιά και την αλληλεγγύη ανθρώπων που δρουν εθελοντικά υπέρ της αξιοπρέπειας των νεκρών. Αντίθετα, η προσπάθεια να αποκωδικοποιηθούν τα επίσημα συστήματα διαχείρισης των σωμάτων μεταναστών στη χώρα αποδείχθηκε ιδιαίτερα περίπλοκη, με πολλές πληροφορίες να μην είναι προσβάσιμες. Το Necropolis δεν στηρίζεται σε καλλιτεχνικά επιχειρήματα ή πολιτικές θέσεις. Βασίζεται σε τεκμήρια και σε πραγματική έρευνα. Αυτό είναι που το καθιστά μια χορογραφία-ντοκιμαντέρ. Και αυτός είναι ο λόγος που επιλέχθηκε.
Το φεστιβάλ περιλαμβάνει δράσεις όπου το κοινό συμμετέχει ενεργά, από περιπάτους ένας-με-έναν, μέχρι διαπολιτισμικά jam sessions. Τι ρόλο παίζει αυτή η συμμετοχικότητα στη φιλοσοφία σας;
Δεν πιστεύω ότι όλα είναι για όλους, ούτε ότι μια παράσταση ή ένα φεστιβάλ οφείλει να απευθύνεται σε όλους. Αυτό που πιστεύω, όμως, είναι ότι οφείλει να είναι προσβάσιμο και ανοιχτό σε όποιον επιθυμεί να το προσεγγίσει. Η συμμετοχικότητα είναι ένα εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση. Επιπλέον, η τέχνη σήμερα έχει στραφεί πιο έντονα προς την κοινωνική της διάσταση. Τι άλλο μπορούν να προσφέρουν οι παραστατικές τέχνες πέρα από δεξιοτεχνία, θέαμα ή αφήγηση; Η συνύπαρξη εκτός σκηνής και το «θόλωμα» των ορίων ανάμεσα σε καλλιτέχνη και θεατή αποτελούν έναν τρόπο να το ανακαλύψουμε ξανά.
Τι θα λέγατε σε κάποιον που δεν έχει ξαναέρθει στο φεστιβάλ για να τον πείσετε να το επισκεφθεί φέτος;
Κοπιάστε. Ο σύγχρονος χορός ενεν τούτο που νομίζετε.
Ως καλλιτεχνική διευθύντρια, ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις αλλά και οι μεγαλύτερες χαρές στην οργάνωση ενός φεστιβάλ όπως το Open House;
Θα ξεκινήσω από τις προκλήσεις. Σίγουρα, ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός αποτελεί μεγάλο στοίχημα σε ένα περιβάλλον χωρίς σταθερή χρηματοδότηση. Οι οικονομικοί πόροι του φεστιβάλ μπορεί να διπλασιαστούν ή να μειωθούν στο μισό μέσα σε έξι μήνες. Αυτή η αστάθεια δημιουργεί μια διαρκή ανασφάλεια σε όλη την ομάδα, σε κάθε διοργάνωση. Μία από τις συνέπειες είναι η υποστελέχωση. Χωρίς σταθερούς πόρους, η φιλοσοφία των μη εμπορικών φεστιβάλ δυσκολεύεται να εξελιχθεί. Στην αβεβαιότητα αυτή έρχεται να προστεθεί και η έλλειψη κατάλληλων υποδομών για πειραματισμό και παραστατική δημιουργία. Όπως ίσως ήδη γνωρίζετε, ο δικός μας οργανισμός, η Στέγη Χορού Λεμεσού, είναι πλέον… άστεγη, εξαιτίας των υψηλών ενοικίων της πόλης αλλά και της απουσίας ουσιαστικής στήριξης. Επιπλέον, το γεγονός ότι επιμελούμαι σύγχρονο χορό, μια όχι τόσο διαδεδομένη ή εμπορική μορφή παραστατικής τέχνης, φέρνει μαζί του και την πρόκληση της ανάπτυξης κοινού. Πώς μπορούμε να κατευθύνουμε το βλέμμα του θεατή σε ένα είδος δημιουργίας που ασχολείται με το πιο «παραδόξως» παραμελημένο εργαλείο της ανθρώπινης υπόστασης; Το σώμα και τα ένστικτά του. Τις κρυμμένες ιστορίες του. Το σώμα πέρα από τη λογική, και την κίνηση πέρα από την απλή δεξιοτεχνία. Παρά τις δυσκολίες όμως, η μεγάλη μου χαρά κάθε χρόνο είναι να γνωρίζω και να συνεργάζομαι με υπέροχους ανθρώπους – καλλιτεχνικά αλλά και πρακτικά. Κάθε άτομο που συνεισφέρει στο Open House, από το κοινό μέχρι τους τεχνικούς, από τους καλλιτέχνες μέχρι τους σταθερούς συνεργάτες μου, είναι άνθρωποι που μπορούν να με εξελίξουν, να με μετακινήσουν. Αυτή τη «μετακίνηση» αναζητώ κάθε χρόνο - για μένα αλλά και για κάθε συμμετέχοντα. Αυτό και τη χαρά του να βλέπουμε τα φαινομενικά αδύνατα να γίνονται δυνατά.