“Πλειάδες”: Έρχεται το ντοκιμαντέρ για τα θύματα του Νικόλα Μεταξά
Όλα όσα μοιράστηκαν οι δημιουργοί του docuseries, αποκλειστικά στην Avant Garde
Η AG είχε την ευκαιρία να δει το ντοκιμαντέρ και να το συζητήσει με τους δημιουργούς του. Μέσα από τη συζήτηση οι σκηνοθέτες μοιράστηκαν μαζί μας τους λόγους, τον κόπο και την προσπάθεια που εναπόθεσαν τα τελευταία χρόνια, ούτως ώστε να ολοκληρώσουν το ντοκιμαντέρ. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι υπήρξε μια έντονη συναισθηματικά συζήτηση που εστίασε κυρίως στα θύματα, όπως εξάλλου και το ίδιο το ντοκιμαντέρ, μεταφέροντας σε εμάς τις έντονες εμπειρίες τους κατά τη διάρκεια της έρευνας και των γυρισμάτων. Μέσα από τη συζήτηση βιώσαμε στο ελάχιστο το “μεγάλο βουνό” που κατάφεραν να ανεβούν και να δημιουργήσουν ένα πραγματικό φόρο τιμής στις γυναίκες και στα παιδιά που χάθηκαν, δίνοντας ορατότητα σε κρίσιμα ζητήματα όπως ο ρατσισμός και η έμφυλη βία, σε κοινωνικό και θεσμικό επίπεδο.
Διαβάστε τη συζήτηση και προετοιμαστείτε για το επερχόμενο ντοκιμαντέρ που θα ταράξει τα νερά της κυπριακής πραγματικότητας.
Γιατί δημιουργήσατε το docuseries “Πλειάδες”;
Πάρις : Μετά από 25 χρόνια στην τηλεόραση, είχα την ανάγκη να δημιουργήσω ένα πρότζεκτ που να έχει ένα απόηχο, να επηρεάσει και να δώσει κάτι στην κυπριακή κοινωνία. Ένιωθα την ανάγκη να πω κάτι και ως πολίτης, εκτός από δημιουργός, μετά από 50 χρόνια που αναπνέω τον αέρα της χώρας μας. Οπότε αυτή η δουλειά, ήταν μια ευκαιρία.
Ανδρέας : Θέλαμε να δημιουργήσουμε κάτι με τα δικά μας δεδομένα. Ήθελα να δημιουργήσω ένα πρότζεκτ που θα ξέφευγε από τους χρόνους της κυπριακής τηλεόρασης. Να πάρουμε το χρόνο μας, να το μελετήσουμε, να το στήσουμε σωστά, τόσο στο ερευνητικό κομμάτι, όσο και στο δημιουργικό. Θέλαμε το ίδιο το πρότζεκτ να καθόριζε τη διάρκεια παραγωγής και όχι ο προϋπολογισμός.
Πώς προέκυψε η συνεργασία σας;
Ανδρέας : Μετα από τις σπουδες μου στην Αγγλία, επέστρεψα στην Κύπρο και η πρώτη μου δουλειά ήταν ως βοηθός του Πάρη. Και εκτοτε είμαστε ζευγάρι (γέλια). Κάναμε αρκετά βιοποριστικά πρότζεκτ μαζί, αλλά αυτή η δουλειά ήταν η πρώτη φορά που κάναμε κάτι εξ ολοκλήρου δικό μας.
Πώς προέκυψε η ιδέα του ντοκιμαντέρ;
Πάρις : H ιδέα του ντοκιμαντέρ είχε ξεκινήσει όταν μέσω κάποιου γνωστού, μου έστειλαν μήνυμα “Κοίταξε αυτή την σελίδα”. Ήταν κάποιος, ο οποίος είχε βρει σε μια λίμνη στην Κύπρο μια βαλίτσα και είχε αναρτήσει στο Facebook μια φωτογραφία της βαλίτσας με τα προσωπικά αντικείμενα που υπήρχαν μέσα, όπως και μια ταυτότητα. Επίσης έλεγε επιτακτικά ότι η Αστυνομία τον αγνοεί. Βλέποντάς το, κάποια χαρακτηριστικά θύμιζαν τις βαλίτσες του Νικόλα Μεταξά και θυμάμαι χαρακτηριστικά είχα πάρει τηλέφωνο τον Ανδρέα και του λέω: “Λες να ασχοληθούμε με αυτήν την υπόθεση; Υπάρχει περίπτωση να υπάρχουν κι άλλες βαλίτσες;”. Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη να ασχοληθούμε με την υπόθεση.
Ανδρέας : Συμπτωματικά, μετά από λίγους μήνες δεν δούλευα, οπότε ήταν μια περίοδος που είχαμε αρκετό ελεύθερο χρόνο και οι δύο. Οι συγκυρίες λοιπόν ήταν ιδανικές, για να ασχοληθούμε με το ντοκιμαντέρ αφού είχαμε και οι δύο ελεύθερο χρόνο. Ωστόσο, δεν περιμέναμε καθόλου ότι θα διαρκούσε 3 χρόνια.. Νομίζαμε ότι θα πάρει περίπου 6 μήνες. Ξεκινήσαμε τον Αύγουστο 2022 και ασχολούμαστε μέχρι σήμερα.
Γιατί ονομάσατε το ντοκιμαντέρ "Πλειάδες";
Στόχος του ντοκιμαντέρ ήταν πάντα να επικεντρωθεί στα θύματα και όχι στον θύτη και αυτό θέλαμε να είναι ξεκάθαρο από τον τίτλο. Είναι ένα ντοκιμαντέρ για τα θύματα ενός κατά συρροή δολοφόνου, αυτές είναι οι πρωταγωνίστριές μας και σε αυτές δίνουμε φωνή. Όσον αφορά το όνομα “ΠΛΕΙΑΔΕΣ” είναι συμβολικό και σχετίζεται με την μυθολογία, όπου οι επτά κόρες του Άτλαντα καταδιώκονταν από τον Ωρίωνα και για να σωθούν, ο Δίας τις μετέτρεψε σε αστερισμό στον ουρανό, τις Πλειάδες. Οπότε έχουμε τις εφτά αδερφές που καταδίωκε ο Ωρίωνας και τα εφτά θύματα του “Ορέστη”. Η κατάρα όμως των Πλειάδων είναι ότι τελικά δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από τον Ωρίωνα, γιατί τις ακολούθησε κι αυτός στον ουρανό ως αστερισμός.
Είχατε ένα πλάνο για το πώς θα παρουσιάσετε τα γεγονότα και τις συνεντεύξεις ή ήταν κάτι που εξελισσόταν βάσει της έρευνας;
Ανδρέας : Ήταν κάτι που άλλαζε συνέχεια. Ειδικά στις αρχές, όσο αισιόδοξος και να ήταν ο Πάρις, δεν πίστευα ποτέ ότι θα πηγαίναμε για παράδειγμα στις Φιλιππίνες ή στο Νεπάλ. Θεωρούσα ότι θα ήμασταν τυχεροί, αν είχαμε απλώς τα βασικά. Και κάθε κεφάλαιο που μας ανοιγόταν ήταν κάτι καινούριο. Ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο υπήρξε επίσης η συνεργασία μας με την Αστυνομία Κύπρου, ειδικά όταν μας έδωσε πρόσβαση σε τεκμήρια και σε πράγματα που πρώτη φορά θα έβγαιναν στη δημοσιότητα.
Πάρις : Το είχαμε συζητήσει. Είχαμε πει να μην προχωρήσουμε με βάση πλάνου, ας πάμε με το πώς θα μας βγει, γεγονός που υπήρξε καταλυτικός παράγοντας στην εξέλιξη του ντοκιμαντέρ. Το γεγονός επίσης ότι ήταν 7 τα επεισόδια, μας δυσκόλεψε να βρούμε διανομεά. Πολλοί μας έλεγαν να τα μειώσουμε, να τα κόψουμε, να το κάνουμε ταινία. Εμείς ωστόσο νιώθαμε ότι έπρεπε να είναι 7. Ευτυχώς, βρήκαμε τους διανομείς που έχουμε τώρα, οι οποίοι πίστεψαν στο όραμα της σειράς, δύο γαλλικές εταιρίες: H Beliane και η SHK. Οφείλουμε να πούμε ότι ήταν κάτι που τους εντυπωσίασε. Εξ αφορμής αυτού του περιστατικού, βγήκαν στην επιφάνεια κάποια πράγματα που τους ενδιέφεραν: το θέμα των γυναικών, το θέμα του ρατσισμού. Ζητήματα που απασχολούν σαφώς κι εμάς.
Πόσο εύκολο ήταν να συλλέξετε δεδομένα, τεκμήρια και πλάνα αρχείου; Τι διαδικασία ακολουθούσατε; Υπήρχε κάποιου είδους πρωτόκολλο για σας;
Ανδρέας : Στο κομμάτι της έρευνας είχαμε βοήθεια και από ένα συνάδελφο, τον Μιχάλη Τερζή, ο οποίος μας βοήθησε στη συλλογή κάποιων πληροφορίών. Όσον αφορά το αρχειακό υλικό, μεγάλη δυσκολία αποτέλεσε το γεγονός ότι οι κυπριακοί σταθμοί δεν κρατούν καλής ποιότητας αρχείο, μέχρι και καθόλου αρχείο. Οπότε ό,τι υλικό βρίσκαμε ήταν χαμηλής ποιότητας. Υπήρχαν σταθμοί ωστόσο που μας έδωσαν καλό υλικό. Αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρξε σημαντική η βοήθεια της αστυνομίας, αφού μας παραχώρησε φωτογραφίες, αλλά και άδεια να πάρουμε συνέντευξη από τους ανακριτές.
Πάρις : Δεν ακολουθήσαμε κάποιο σταθερό πρωτόκολλο, ωστόσο υπήρχε μια παρόμοια μεθοδολογία. Για να προσεγγίσουμε κάποιους ανθρώπους είχαμε συνεχείς επαφές μαζί τους. Δηλαδή προσπαθούσαμε να “κτίσουμε” ένα είδος σχέσης και μετά να περάσουμε στη συνέντευξη. Με όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους που περάσαν από συνεντεύξεις ή με ανθρώπους που γνωρίσαμε, θέλαμε να ήμασταν ηθικά σωστοί απέναντί τους κι αυτό αποτέλεσε ηθική αρχή που υιοθετήσαμε ως ομάδα. Ήμασταν πάντα ειλικρινείς και γι’αυτό το λόγο με κάποιους ανθρώπους αναπτύξαμε και κάποιου άλλου είδους σχέσης, που κρατά μέχρι σήμερα. Τους ξεκαθαρίζαμε από την αρχή τι θέλαμε να πετύχουμε: Στόχος μας δεν ήταν να αναδείξουμε το βίαιο έγκλημα ως έχει, αλλά τους λόγους που οδηγούμαστε σε αυτήν την κατάσταση. Να αναδυθεί το ανθρωποκεντρικό στοιχείο των συνεντεύξεων και η μοναδικότητα της κάθε ιστορίας.
Πώς επικοινωνήσατε με τους συνεντευξιαζόμενους και τι αντιμετώπιση είχατε όταν τους εξηγούσατε τι είδους ντοκιμαντερ θέλετε να κάνετε;
Οι περισσότεροι ήταν μέσω δικτύωσης. Μιλούσαμε δηλαδή με κάποιον μάρτυρα και μας σύστηνε με κάποιον τρόπο στον επόμενο. Το δύσκολο μέρος ήταν η προσπάθειά μας να τους εξηγήσουμε το εγχείρημά μας. Δεν υπήρχε κάποια αντίστοιχη κυπριακή αναφορά σε σειρά ή ταινία ανάλογης αισθητικής, για να μπορούν να αντιληφθούν τη μορφή που θέλαμε να δώσουμε στο ντοκιμαντέρ. Ένας από τους λόγους για παράδειγμα που κυκλοφορήσαμε τρέιλερ της σειράς ήταν για να δείξουμε στα άτομα που ήμασταν ήδη σε επαφή, το είδος της δουλειάς που προσπαθούμε να φτιάξουμε. Και όντως, κάποιοι μάρτυρες που είδαν το τρέιλερ, ενώ στην αρχή ήταν αρνητικοί, μετά θέλησαν να μας μιλήσουν. Συνήθως ο στενός κύκλος των εμπλεκομένων αντιμετώπιζε το θέμα με επιφυλακτικότητα, αλλά όταν τους γνωρίζαμε είχαν την ανάγκη να πουν τη δική τους αλήθεια. Παρόλη τη σκληρότητα της ιστορίας θελήσαμε να την παρουσιάσουμε με μια πιο ανθρώπινη προσέγγιση, εξού και το ζεστό σκηνικό της εξιστόρησης κοντά στο τζάκι.
Πόσο συνεργάσιμη υπήρξε η Αστυνομία Κύπρου με την έρευνα σας;
Η πρώτη επαφή με την Αστυνομία ήταν με τον πρώην εκπρόσωπο Τύπου της Αστυνομίας, Χρίστο Ανδρέου. Όταν ξεκινήσαμε το πρότζεκτ, συνειδητοποιήσαμε ότι δεν μπορούμε να το δημιουργήσουμε χωρίς τη βοήθεια της Αστυνομίας. Όπότε επισκεφθήκαμε το Αρχηγείο, τους γνωστοποιήσαμε ότι θα κάνουμε αυτό το ντοκιμαντέρ και χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας, αλλά θα πούμε τα πράγματα όπως έγιναν. Η απάντηση που πήραμε ήταν αρκετα αφοπλιστική: "Δεν υπάρχει πρόβλημα, μπορείτε να μιλήσετε και για τα λάθη μας, γιατί μάθαμε από αυτά". Και μ’ αυτό τον τρόπο πήραμε το “πράσινο φως” για να πάρουμε συνεντεύξεις από την ανακριτική ομάδα. Κάποια άτομα δεν ήθελαν να μιλήσουν, ωστόσο όταν κατάλαβαν το εγχείρημά μας και μας γνώρισαν, δέχθηκαν. Τους δώσαμε να καταλάβουν ότι χρειαζόμαστε τη δική τους σκοπιά, τα συναισθήματά τους και ποιοι άνθρωποι ήταν πίσω από την στολή.
Υπήρξαν στιγμές που λογοκριθήκατε;
Όχι, κι αυτός ήταν ο αρχικός λογος που αποφασίσαμε το ντοκιμαντέρ να γίνει εντελώς ανεξάρτητα. Δεν θέλαμε να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη κάποιος σταθμός, φορέας, κόμμα ή οποιοσδήποτε χορηγός που ενδεχομένως να λογοκρινεί κάποιο σημείο ή να προωθήσει κάποια συγκεκριμένη ατζέντα. Ούτε εμείς προσπαθήσαμε να το ελέγξουμε, ούτε θέλαμε κάποιον να κάνει κάτι τέτοιο.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια της έρευνας;
Όσον αφορά την έρευνα, κατα τη διάρκεια της συζήτησης με διάφορους ανθρώπους, ακούει κανείς πολλές πτυχές κάποιων γεγονότων. Ο τρόπος να διασταυρώσουμε τα γεγονότα ήταν χρονοβόρος και απαιτούσε περισσότερη έρευνα, όπως και οι τεχνικές “φιλτραρίσματος” των πληροφοριών που λαμβάναμε. Όσον αφορά το τεχνικό κομμάτι, τεράστια δυσκολία αποτέλεσε η προσπάθειά μας να δημιουργήσουμε ένα πρότζεκτ που είναι αμιγώς ανεξάρτητο, χωρίς χορηγίες, χωρίς κεφάλαιο, σε ταυτόχρονο διάστημα με προσωπικές βιοποριστικές δουλειές. Είμαστε τυχεροί που έχουμε φίλους και συναδέλφους που πίστεψαν σε αυτό το πρότζεκτ και δούλεψαν αφιλοκερδώς μαζί μας ή με πολύ χαμηλή αμοιβή.
Μιλήστε μας για τα ταξίδια που πραγματοποιήσατε για να έρθετε σε επαφή με τους συγγενείς των θυμάτων. Πόσο δύσκολο υπήρξε αυτό το εγχείρημα;
Οι πολιτισμικές διαφορες είναι εμφανείς. Πρώτα απ’ όλα υπάρχει το χάσμα της επικοινωνίας, της γλώσσας. Όπως επίσης και η διαφορά της ώρας. Το πρώτο ταξίδι που κάναμε ήταν στις Φιλιππίνες. Να οργανώσει κανείς ένα γύρισμα, σε μία χώρα, στην άλλη άκρη του κόσμου αποτελεί τεράστια δυσκολία. Έπρεπε να βρούμε συνεργείο, εξοπλισμό, μεταφραστή, οδηγό και να καταφέρουμε να βρούμε την τοποθεσία των συγγενών, σε μακρινές αποστάσεις. Κάποιοι δεν είχαν καν διεύθυνση. Υπήρχε πάρα πολύ άγχος. Το πρώτο σπίτι είχε οδική απόσταση 8 ωρών από την πόλη που προσγειωθήκαμε, μετά από αεροπορικό ταξίδι 14 ωρών. Ωστόσο, με την πρώτη επαφή με το χώρο, αντιληφθήκαμε πολλά. Ένα όνομα που διαβάζαμε για μήνες πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί, απόκτησε υπόσταση, γνωρίσαμε τους συγγενείς τους, περιπλανηθήκαμε στις γειτονιές που περπάτησαν, που μεγάλωσαν. Αντιληφθήκαμε στο τέλος της ημέρας ότι τα ονόματα, οι φωτογραφίες, είναι άνθρωποι με ιστορία, με αναμνήσεις. Και κατανοήσαμε γιατί έφυγαν επίσης, γιατί ήρθαν στην άλλη άκρη του κόσμου, για να βρουν πραγματικά ένα καλύτερο μέλλον. Η όλη εμπειρία εβαλε επίσης και σε πλαίσιο το ερώτημα “γιατί δεν την έψαξε η οικογένειά της, γιατί δεν έκανε ένα τηλεφώνημα αφού αγνοούνταν τόσους μήνες”. Κατά τη διάρκεια της διαμονής μας θέλαμε να μιλήσουμε με τους ανθρώπους μας και αντιμετωπίζαμε πολλές δυσκολίες λόγω διαφοράς ώρας, σήματος. Δεν είναι απλό να κάνει κάποιος ένα τηλεφώνημα, πόσο μάλλον να είναι κάποιος Φιλιππινέζος και να παίρνεις τηλέφωνο σε μια κρατική υπηρεσία στην Κύπρο, χωρίς να ξέρει αγγλικά, και να εξηγήσει ότι αγνοείται μια συγγενής του, να κάνει μια καταγγελία.
Ποιες στιγμές -αρνητικές και θετικές- θα ξεχωρίζατε ως τις πιο έντονες συναισθηματικά;
Πάρις : Μία θετική στιγμή για μένα ήταν όταν τελείωσαν τα “εκτός έδρας”. Η τελευταία συνέντευξη ουσιαστικά. Όταν πλέον η μάνα της Livia μάς μίλησε και μας έβαλε μέσα στο σπίτι της για να μας δείξει φωτογραφίες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ήταν παγωνιά, αλλά με το που μπήκαμε στο σπίτι ένιωσα ότι ήρθε επιτέλους το “φως” και ζεσταθήκαμε, από αυτό που πετύχαμε. Ήταν μια αρκετά συγκινητική, προσωπική στιγμή. Σαν μια κορυφή που καταφέραμε κι ανεβήκαμε χέρι χέρι με τον Αντρέα. Αρνητικά, με είχε συγκλονίσει η ιστορία του μωρού της Μαρικάρ. Είναι ένα παιδί που έχασε τη μαμά του όταν ήταν πολύ μικρός. Η τελευταία του ανάμνηση με τη μάνα του ήταν μέσα σε ένα μίνιβαν, με το οποίο την άφησαν στο αεροδρόμιο για να επιστρέψει στην Κύπρο. Αυτή κατέβηκε για να φύγει και αυτός της έκλεισε την πόρτα και δεν της άνοιγε, γιατί είχε στεναχωρεθεί που θα έφευγε και δεν την αποχαιρέτησε. Σου το εξιστορώ με ανατριχίλα.. Αυτό το παιδί κρατά ως τελευταία ανάμνηση της μάνας του, αυτή τη σκηνή, δεν της είπε ένα “γεια”, ένα “σ’αγαπώ”.
Ανδρέας : Ο Πάρις χάρηκε όταν τελειώσαμε τις συνεντεύξεις, αλλά επειδή είχα ακόμα ένα “βουνό” ν’ανέβω μόνος μου, αυτό του μοντάζ, δεν μπορούσα να το χαρώ τόσο, γιατί ήξερα ότι ακόμη υπήρχε πολλή δουλειά να γίνει. Η δική μου λύτρωση ήρθε όταν “κλείδωσα” το τελευταίο επεισόδιο. Όταν ένιωσα ότι είχαμε μια ολοκληρωμένη δουλειά και ήμουν ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα. Για μένα η πιο έντονη αρνητικά συναισθηματικά φάση ήταν όταν γνώρισα την μάνα της Μαρικάρ στη Λεμεσό. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, μας έδειξε ένα βίντεο που τραγουδούσε η Μαρικάρ. Το βράδυ θυμάμαι είχα μείνει σε ξενοδοχειο στη Λεμεσό και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Με στοίχειωνε το τραγούδι της, ο πόνος της μάνας.
Πώς νιώσατε όταν τελειώσατε το πρότζεκτ; Σας άλλαξε ως ανθρώπους; Επηρέασε την κοσμοθεωρία σας;
Πάρις : Ήταν ένα ‘ταξίδι”, ωστόσο νιώθω ότι δεν έχω “χορτάσει” ακόμη τα ταξίδια αυτού του είδους. Όμως, αυτό είναι ένα ταξίδι που έκανε τον κύκλο του. Μπορώ να δω καθαρά τις “Πλειάδες”. Τις βλέπω στον ουρανό και χαίρομαι. Νιώθω ότι ως δημιουργός και άνθρωπος θα ήθελα να προσφέρω περισσότερα στην κοινωνία, ίσως παίζει ρόλο το γεγονός ότι είμαι πατέρας, νιώθω ότι θέλω να γίνω πιο ενεργός πολίτης. Οι πλειάδες πρέπει να συνεχίσουν, να ταξιδέψουν κι αλλού.
Ανδρέας : Tα τελευταία τρία χρόνια ό,τι εγχείρημα είχαμε απέναντί μας στην αρχή φαινόταν αδύνατον να τα καταφέρουμε και ένιωθα ότι κάθε μέρα έπρεπε να δώσουμε μάχη. Ο Πάρις όμως ήταν πάντοτε πιο αισιόδοξος. Ήταν πολύ ψυχοφθόρο, αλλά τελικά, σιγά σιγά τα καταφέραμε. Υπήρξε επίσης κι ένα πρότζεκτ το οποίο έφερνε μαζί του και το οικονομικό άγχος. Σε προβληματίζει το ενδεχόμενο να μην τελειώσει, να μην πουληθεί. Στερηθήκαμε πολλά πράγματα το τελευταίο διάστημα. Αν δεν είχα την στήριξη της συντρόφου μου και της οικογένειάς μου δεν υπήρχε περίπτωση να τα καταφέρω. Το κομμάτι που επηρέασε την κοσμοθεωρία μου αφορά την άμεση επαφή με την έννοια του ρατσισμού. Είμαστε αντιρατσιστές, ωστόσο δεν μπορούμε να καταλάβουμε στην πληρότητα του τι ζουν κάποια άτομα, όσο εμπαθείς και να είμαστε. Μέσα από το ντοκιμαντέρ είχα την ευκαιρια να κατανοήσω σε πολύ βαθύτερο βαθμό τον ρατσισμό που βίωσαν και βιώνουν οι μετανάστες και οι μετανάστριες. Μπορώ να συμπάσχω πολύ περισσότερο μαζί τους, με τις οικογένειές τους. Τους λόγους που αφήνουν τα παιδιά και τα σπίτια τους, για την αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος.
Πότε θα βγει στη δημοσιότητα;
Όσον αφορά την Κύπρο, το ντοκιμαντέρ έχει παρουσιαστεί σε όλους τους ιδιωτικούς σταθμούς, ωστόσο εξετάζουμε κι άλλες επιλογές και θα προχωρήσουμε με ότι είναι καλύτερο για το πρότζεκτ. Όσον αφορά το εξωτερικό έχουν αναλάβει τα δικαιώματα δύο ξένες εταιρίες, όπως έχουμε ήδη αναφέρει.
Δείτε το τρέιλερ της σειράς: